προσκοινωνώ

προσκοινωνώ
-έω, Α [κοινωνῶ]
1. κοινωνώ, μετέχω σε κάτι
2. λαμβάνω μέρος, είμαι συνεργός («προσκοινωνεῑν τῶν δρωμένων», Δίων Κάσσ.)
3. παρέχω σε κάποιον ένα μέρος.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”